στρίβω

στρίβω
1. μετ.
1) вить, крутить, скручивать; сучить;

στρίβω τό νήμα — крутить нить;

στρίβω τσιγάρο — скручивать папиросу;

§ τα στρίβω — или στρίβ τα λόγια ( — или τό λόγο) μου — менять позицию; — отказываться от собственных слов, идти на попятную;

(τό ) στρίβω удрать; — ускользнуть; — улизнуть (разг ); — смыться (прост.);

στρίβε (το)! — убирайся!;

στρίβω τα μρύτρα — воротить морду (от чего-кого-л.);

2. αμετ.
1) поворачивать, сворачивать (куда-л.);

στρίβ δεξιά — повернуть, свернуть направо;

στρίβω στη γωνία — поворачивать за угол;

2) виться, извиваться, изгибаться;

στρίβει ο δρόμος — дорога петляет, кружит;

3) передёрнуться, искривиться;
εστριψε απ' το κακό του его передёрнуло от злобы; § τούστρ*ψε (η βίδα) он свихнулся

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "στρίβω" в других словарях:

  • στρίβω — στρίβω, έστριψα βλ. πίν. 7 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • στρίβω — και στρίφτω και στρίφω Ν 1. συστρέφω, περιστρέφω κάτι («κι εκείνος τ αποκρίθηκε και στρίφτει το μουστάκι», δημ. τραγούδι) 2. (αμτβ.) α) κάνω στροφή, συστρέφομαι («δεν ξέρω πώς έστριψε το τιμόνι, αφού δεν τό κούνησα») β) αλλάζω μέτωπο, μεταβάλλω… …   Dictionary of Greek

  • στρίβω — έστριψα, στρίφτηκα, στριμμένος 1. μτβ., συστρέφω κάτι: Στρίβει το νήμα. – Στρίψε το τιμόνι. 2. αμτβ., στρέφομαι, αλλάζω κατεύθυνση: Αναγκάστηκα να στρίψω δεξιά. 3. «Του στριψε», τρελάθηκε· «Στριμμένος», μη κανονικός άνθρωπος, δύστροπος· «Στρίβε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πρύμνη — και πρύμνα, η, ΝΜΑ, και πρύμη Ν 1. το πίσω μέρος τού πλοίου όπου βρίσκεται το πηδάλιο (α. «τρέμει στην πρύμνη η κόρη καθισμένη», Σολωμ. β. «ἐκ πρύμνης ῥίψαντες ἀγκύρας», ΚΔ) 2. (κατ επέκτ.) ολόκληρο το οπίσθιο τμήμα τού καταστρώματος 3. φρ. α)… …   Dictionary of Greek

  • στρίψιμο — το, Ν 1. η ενέργεια τού στρίβω, συστροφή, στροφή 2. κλώσιμο νήματος 3. αλλαγή πορείας 4. μτφ. α) τρέλα, παραφροσύνη β) υπεκφυγή. [ΕΤΥΜΟΛ. < αόρ. έστριψα τού στρίβω + κατάλ. ιμο (πρβλ. γράψ ιμο)] …   Dictionary of Greek

  • αλά — Ομοιωματικό μόριο, κυρίως της καθομιλουμένης, που συντάσσεται με κύρια ονόματα (συνήθως εθνικά), σε επιρρηματικές φράσεις. Προέρχεται από το γαλλικό à la ή το ιταλικό alla και δηλώνει μίμηση, ομοιότητα ή παρεμφερή ιδιότητα. Π.χ. έστριψε αλά… …   Dictionary of Greek

  • αλής — ἁλής, ὲς (Α) συναθροισμένος, συγκεντρωμένος, αθρόος το ουδέτερο ἁλέα ως επίρρ. αθρόα, συγκεντρωτικά. [ΕΤΥΜΟΛ. Ιωνικός τύπος επιθέτου, συνώνυμος με το αττ. ἁθρόος*. Μορφολογικά το επίθ. είναι συγγενές με το αιολ. ἀολλής «συναθροισμένος… …   Dictionary of Greek

  • γέρρον — γέρρον, το (Α) 1. κάθε αντικείμενο πλεγμένο από ευλύγιστες βέργες, συνήθως λυγαριάς 2. η επιμήκης ασπίδα τών Περσών, σκεπασμένη με δέρμα βοδιού 3. το ψαθωτό τμήμα τής άμαξας 4. η γερροχελώνη, δηλ. πολιορκητική μηχανή σε σχήμα χελώνας… …   Dictionary of Greek

  • γυρνώ — ( άω) 1. γυρίζω 2. στρέφομαι 3. επιστρέφω 4. στρίβω το κεφάλι μου. [ΕΤΥΜΟΛ. Από τον αόρ. εγύρισα του ρ. γυρίζω κατά το σχήμα επέρασα περνώ, εξέχασα ξεχνώ] …   Dictionary of Greek

  • είκω — εἴκω (Α) 1. υποχωρώ, αποσύρομαι, απομακρύνομαι 2. παραμερίζω σε ένδειξη τιμής 3. υποχωρώ, παραδίνομαι σε ψυχικό πάθος ή ορμή 4. (για καταστάσεις) ενδίδω, υποκύπτω στις περιστάσεις 5. (με γεν.) αποχωρώ από μια θέση 6. (μτβ.) παραδίνω, αφήνω,… …   Dictionary of Greek

  • κάρταλ(λ)ος — κάρταλ(λ)ος, ὁ (AM) καλάθι με στενή συνήθως βάση αρχ. 1. καλάθι που περιείχε προσφορές πιστών σε γιορτή 2. κλουβί για πουλιά. [ΕΤΥΜΟΛ. Συνδέεται πιθ. με τη λ. κύρτος, ὁ «καλάθι, κλουβί πτηνών», οπότε ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *kert «στρίβω, στρέφω μαζί …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»